Σε αυτό το άρθρο θα γίνει αναφορά σε κάποιους τρόπους που λανθασμένα υιοθετούν τα άτομα έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν μια σεξουαλική δυσλειτουργία. Ουσιαστικά δίνονται κάποια παραδείγματα, με σκοπό να γίνει περισσότερο κατανοητό το πώς διάφοροι τρόποι που σκέφτονται τα άτομα δεν βοηθούν και μπορεί να χειροτερέψουν την κατάσταση. Φυσικά, μπορεί να υπάρχουν και άλλοι τρόποι που κάποιο άτομο μπορεί να σκεφτεί και οι οποίοι δεν αναφέρονται σε αυτό το κείμενο. Γενικότερα, επειδή δυστυχώς η επίσκεψη σε ειδικό για σεξουαλικά θέματα είναι ακόμα κάπως <ταμπού>, καθώς το άτομο νιώθει ότι κατατάσσεται σε μια κατηγορία <προβληματικών>, τα άτομα δεν επισκέπτονται ειδικούς εύκολα, με αυτόν τον τρόπο όμως συχνά επιδεινώνουν το πρόβλημα. Η επιδείνωση αυτή διογκώνει την συναισθηματική τους φόρτιση, τους φορτώνει με άγχος, και η μονιμότητα που αποκτά η δυσλειτουργία στο χρόνο την καθιστά πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη σε σύγκριση με το αν είχε αντιμετωπιστεί αρχικά.
Το πιο βασικό λάθος που γίνεται ως προς τη διαχείριση των σεξουαλικών δυσλειτουργιών είναι η αποφυγή. Τα άτομα, λόγω του άγχους που έχουν για το μήπως δεν καταφέρουν να έχουν καλή επίδοση, αποφεύγουν την επόμενη σεξουαλική επαφή, ενώ αυτό δεν γίνεται πάντα συνειδητά και προσχεδιασμένα, πολλές φορές δηλαδή το άτομο μπορεί να βρίσκει δικαιολογίες και στον ίδιο του τον εαυτό. Η αποφυγή δυστυχώς δεν φέρνει θετικά αποτελέσματα, καθώς απομακρύνει ερωτικά το ζευγάρι, αλλά και μειώνει την καλή επικοινωνία, καθώς το θέμα αυτό δεν συζητιέται, και ο κάθε σύντροφος νιώθει ότι υπάρχει κάτι το οποίο τους προβληματίζει αλλά δεν πρέπει να μιλήσουν γι αυτό. Επίσης, μπορεί να βγουν λανθασμένα συμπεράσματα από τον/την άλλο σύντροφο, καθώς ίσως θεωρήσει ότι δεν είναι πια ποθητός/ποθητή, ότι ίσως υπάρχει περίπτωση απιστίας, πράγματα δηλαδή που κλονίζουν και την εμπιστοσύνη του ζευγαριού. Σε άτομα που δεν βρίσκονται σε σχέση, η αποφυγή μπορεί να έχει ακόμα χειρότερα αποτελέσματα, εφόσον τα άτομα λόγω του άγχους τους αποφεύγουν την προσπάθεια για νέες γνωριμίες και τη δημιουργία νέων ερωτικών σχέσεων, εξαιτίας μόνο αυτού του άγχους για το ότι ίσως δεν τα καταφέρουν και εξευτελιστούν.
Ένα πρόβλημα με αυτό το άγχος που αφορά τον εξευτελισμό και την πιθανότητα να μαθευτεί η <αποτυχία>, κάτι που ίσως οδηγήσει σε πειράγματα από κοινές παρέες, συναδέλφους ή οτιδήποτε άλλο, είναι ότι δυστυχώς ο φόβος αυτός δεν είναι 100% παράλογος. Ιδιαίτερα ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες μιλάμε για έναρξη σχέσης με κάποιο/α σύντροφο με την οποία δεν έχει εμπεδωθεί κλίμα εμπιστοσύνης, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι δυστυχώς ίσως κάτι τέτοιο συμβεί, καθώς η κοινωνία μας δυστυχώς δεν είναι όσο ώριμη θα έπρεπε σε τέτοια ζητήματα. Αυτό θα πρέπει να προβληματίσει όλους εμάς, καθώς μπορεί να βρεθούμε κάποιες φορές στη θέση ενός <κρίνοντος>, ο οποίος μπορεί να κάνει τέτοιου τύπου πειράγματα. Ας αναλογιστεί ο καθένας, λοιπόν, τι μπορεί να κάνει και από τη δική του πλευρά όταν βρεθεί σε τέτοια θέση και τι ψυχολογικό αντίκτυπο μπορεί να έχουν τα λόγια του. Επανερχόμενοι, όμως, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο φόβος για τον κοινωνικό εξευτελισμό είναι συχνά διογκωμένος. Δεν συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ περισσότερο πρόβλημα δημιουργούν οι δικές μας αντιδράσεις, ότι δηλαδή δίνουμε πολύ περισσότερη αξία από ότι αναλογεί σε τέτοιου τύπου <πειράγματα>. Επίσης, όσο κι αν ίσως αυτό ακουστεί παράξενο σε άτομα που αντιμετωπίζουν μια δυσλειτουργία, θεωρούμε ότι υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι δεν θα άλλαζαν την απόφαση για έναρξη της ερωτικής σχέσης εξαιτίας της εμφάνισης μιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν διάθεση να στηρίξουν και να βοηθήσουν το νέο ταίρι τους, καθώς ο έρωτας δεν μετριέται με σεξουαλικές επιδόσεις. Και αν για κάποιους η <ιδανική αρχή> είναι μόνο κάποιες νύχτες πάθους με έντονες σεξουαλικές επιδόσεις, εμείς θεωρούμε ότι μια <ιδανική αρχή> μπορεί να περιλαμβάνει την διαχείριση ενός δύσκολου προβλήματος όπως μια δυσλειτουργία, καθώς μια τέτοια <ιδανική αρχή> μπορεί να χαρακτηρίζεται από στήριξη, κατανόηση, καλή επικοινωνία και αμοιβαίο ενδιαφέρον, έτσι ώστε το νέο ζευγάρι να έχει δεθεί πολύ περισσότερο και με ουσιαστικό τρόπο μέσα από λίγο καιρό σχέσης, χτίζοντας έτσι μακροπρόθεσμα μια όχι μόνο ωριμότερη ερωτική σχέση αλλά και βάζοντας τις βάσεις για μια πιο υγιή και απολαυστική σεξουαλική σχέση.
Δυστυχώς μια δυσλειτουργία, εξαιτίας του φόβου και του άγχους που μπορεί να προκαλέσει, αλλά και λόγω του ότι (ως προς τους άνδρες ιδιαίτερα) ο ανδρικός ρόλος είναι λανθασμένα στενά συνδεδεμένος από την κοινωνία με την σεξουαλική επίδοση, μπορεί να προκληθεί ουσιαστικά ένα ναρκισσιστικό, θα λέγαμε, τραύμα. Το άτομο νιώθει ότι εξευτελίζεται και ότι δεν έχει πια αξία ως άτομο. Προφανώς αυτό βασίζεται σε μια εντελώς λανθασμένη λογική, αφενός μεν γιατί η αξία ενός ατόμου δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με τις σεξουαλικές του επιδόσεις. Αφετέρου δε, γιατί οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε αρκετό κόσμο καθόλη τη διάρκεια της ζωής, σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζονται, και δεν υπάρχει λόγος να νιώθει κάποιος ντροπή, όπως ακριβώς δεν χρειάζεται να νιώθει κάποιος ντροπή αν αντιμετωπίσει μια άλλη ιατρική ασθένεια. Επιπρόσθετα, αν κάποιος νιώθει τόσο αγχωμένος, όσο είναι συχνά τα άτομα που αντιμετωπίζουν μια σεξουαλική δυσλειτουργία, είναι απολύτως λογικό και φυσικό το να μην μπορεί να αποδώσει. Εξαιτίας αυτών των φόβων, μπορεί να προκληθούν αλληλοκατηγορίες σε σχέση με το ποιος έχει την ευθύνη για την εμφάνιση της δυσλειτουργίας. Μπορεί το άτομο που εμφανίζει τη δυσλειτουργία να κατηγορεί τον άλλο/η σύντροφο ότι δεν είναι ποθητός/ή, ότι δεν κάνει κάτι σωστά, ότι με άλλους/συντρόφους λειτουργούσε κτλ. Οι αλληλοκατηγορίες αυτές δεν βοηθούν και μπορεί να κλονίσουν αρκετά το ζευγάρι. Οι συγκρίσεις όμως μπορεί να γίνουν και εκτός του πλαισίου των αλληλοκατηγοριών. Μπορεί ένα άτομο, να προσπαθεί να συγκρίνει τις επιδόσεις του με άλλες επιδόσεις πρώην εραστών της συντρόφου, και έτσι να βυθίζεται σε περισσότερη θλίψη για τις δικές του επιδόσεις. Τέτοιου τύπου συγκρίσεις δεν βοηθούν, καθώς καταρχήν κάθε ζευγάρι έχει μια διαφορετική δυναμική, διαφορετικά θετικά σημεία, ενώ η ικανοποίηση όχι μόνο για τη σχέση γενικότερα αλλά και στον σεξουαλικό τομέα δεν σχετίζεται μόνο με την επίδοση. Μια συνουσία μεγάλης διάρκειας μπορεί να είναι πολύ λιγότερο απολαυστική σε σχέση με μια συνουσία μικρής διάρκειας, ή ακόμα και σε σχέση με ένα ερωτικό παιχνίδι αμοιβαίου αυνανισμού. Υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την σεξουαλική ικανοποίηση, όπως η επικοινωνία των συντρόφων, η πλήρης και χωρίς άγχος έκφραση της σεξουαλικότητας ή και των φαντασιώσεων κτλ, και όχι μόνο η επίδοση. Ένα άλλο ζήτημα αφορά το πώς διαχειρίζεται το ζευγάρι την στιγμή κατά την οποία έχει εμφανιστεί η δυσλειτουργία. Η αμηχανία σε ένα βαθμό είναι κατανοητό να υπάρχει, ειδικά τις πρώτες φορές, όμως δεν πρέπει να καταλήγει σε αποφυγή συζήτησης. Καλό θα ήταν να εκφραστούν τα άγχη και οι φόβοι, και να υπάρχει στήριξη από τη μεριά της/του άλλης/ου συντρόφου. Μια στήριξη, η οποία θα εξαλείφει τον φόβο της εγκατάλειψης, και μια διαβεβαίωση για το ότι το ζευγάρι μπορεί μαζί να το ξεπεράσει. Επίσης, το σεξουαλικό/ερωτικό παιχνίδι μπορεί να δώσει ικανοποίηση και απόλαυση στο ζευγάρι, ακόμα κι αν δεν γίνει εφικτό να πραγματοποιηθεί διείσδυση.
Ένας άλλος λανθασμένος τρόπος αντιμετώπισης είναι η λήψη αλκοόλ ή η χρήση ουσιών. Το άτομο με αυτό τον τρόπο επιδιώκει είτε να μειώσει το άγχος, είτε να μειώσει κάποιον σωματικό πόνο που ίσως νιώθει, είτε να καθυστερήσει την εκσπερμάτιση (στην περίπτωση της πρόωρης εκσπερμάτισης). Αυτός ο τρόπος, εκτός του ότι είναι δύσκολο πολλές φορές να εκτιμήσει το άτομο την ποσότητα της λήψης της ουσίας που χρειάζεται, έτσι ώστε να μην έχει άλλα συμπτώματα (π.χ. στο αλκοόλ νύστα ή ανακάτεμα στο στομάχι), ουσιαστικά οδηγεί το άτομο στο να είναι εξαρτημένο ψυχολογικά από την χρήση της ουσίας για να κάνει σεξ. Επίσης, το γενικότερο άγχος του δεν μειώνεται (καθώς δεν βελτιώνεται η επικοινωνία με τον/τη σύντροφο) και τον ακολουθεί αμέσως μόλις περάσει η επίδραση της ουσίας. Ένας άλλος λανθασμένος τρόπος είναι η προσπάθεια του ατόμου να σκεφτεί συγκεκριμένα πράγματα την ώρα που κάνει σεξ. Για παράδειγμα, αν το άτομο αντιμετωπίζει πρόωρη εκσπερμάτιση, ίσως προσπαθεί να σκέφτεται εντελώς μη σεξουαλικά πράγματα έτσι ώστε να μην εκσπερματώσει, ενώ αν αντιμετωπίζει στυτική δυσλειτουργία ίσως προσπαθήσει να σκεφτεί πράγματα που τον διεγείρουν (π.χ. σκηνές από ταινίες πορνό). Οι παραπάνω τρόποι δεν φαίνεται να έχουν θετικό αποτέλεσμα αλλά περισσότερο αρνητικό, καθώς αυξάνουν το άγχος, μπορεί να δημιουργήσουν επιπλέον προβλήματα (καθώς η σύντροφος μπορεί να αντιληφθεί την <απομάκρυνση> του συντρόφου της από τη σεξουαλική διαδικασία που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή και να βγάλει λανθασμένα συμπεράσματα), και εν γένει συντελούν στο ότι το άτομο δεν είναι συγκεντρωμένο και δεν απολαμβάνει τη σεξουαλική διαδικασία που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Δεν επικεντρώνεται στα θετικά διεγερτικά σημεία της συντρόφου, δεν συμμετέχει νοητικά στο ερωτικό παιχνίδι, και συνεπώς είναι λογικό όλα αυτά να οδηγήσουν στην επανεμφάνιση της δυσλειτουργίας. Τα άτομα μπαίνουν σε ένα mood spectating, παρακολουθούν δηλαδή ως κάποιος εξωτερικός παρατηρητής την επίδοσή τους, και ουσιαστικά δεν συμμετέχουν ψυχικά και δεν μπορούν να απολαύσουν και να βιώσουν την ηδονή. Με τέτοιους όρους, ακόμα κι αν το σεξ έχει μια <αντικειμενικά> καλή επίδοση, η ευχαρίστηση αντανακλά περισσότερο μια γνωσιακού τύπου ευχαρίστηση για την επίδοση και όχι μια βιωμένη ηδονική απόλαυση.
Ένας άλλος λανθασμένος τρόπος αντιμετώπισης σχετίζεται με τον αυνανισμό. Ο αυνανισμός, γενικότερα, δεν είναι κάτι κακό, ενώ πολλές φορές μπορεί να βοηθήσει το άτομο να γνωρίσει καλύτερα το σώμα του, να ανακαλύψει σημεία που το/τη διεγείρουν κτλ. Εξαρτάται δηλαδή και από το πώς χρησιμοποιείται. Στην περίπτωσή μας, ένα λανθασμένος τρόπος αντιμετώπισης, π.χ. στην πρόωρη εκσπερμάτιση, είναι το να έχει εκσπερματώσει το άτομο με αυνανισμό μόνο του λίγο πριν την ερωτική συνεύρεση. Κάτι τέτοιο είναι πιθανό να οδηγήσει σε απώλεια στύσης κατά την σεξουαλική συνεύρεση, ενώ δεν μειώνει το άγχος – συνήθως το αυξάνει. Η επικοινωνία δεν βελτιώνεται, καθώς κάτι τέτοιο συχνά μένει <κρυφό>. Θεωρούμε ότι το ζευγάρι μπορεί, εφόσον θέλει, να κάνει μαζί το ερωτικό παιχνίδι, και αν θέλουν να έρθουν σε οργασμό χωρίς διείσδυση, και να δοκιμάσουν τη διείσδυση σε δεύτερη φάση. Επίσης, δεύτερη προσπάθεια μπορεί να υπάρξει ακόμα κι αν κάποιος εκσπερματίσει πρόωρα, το βασικό είναι η δημιουργία ενός χωρίς άγχος υγιούς σεξουαλικού κλίματος. Ο αυνανισμός χρησιμοποιείται λανθασμένα και στην στυτική δυσλειτουργία, καθώς το άτομο ίσως προσπαθήσει να διεγερθεί, <τεστάροντας> τη στύση του μόνο του, πριν τη σεξουαλική συνεύρεση, χωρίς όμως να εκσπερματώσει. Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης αυξάνει το άγχος, ενώ το άτομο μαθαίνει να λειτουργεί με όρους spectating (παρακολούθησης της επίδοσης από τα έξω), χωρίς να επικεντρώνεται στα διεγερτικά σημεία του σώματος της συντρόφου, χωρίς να συμμετέχει στο λεκτικό παιχνίδι, κτλ. Χειρότερα αποτελέσματα υπάρχουν όταν χρησιμοποιείται η επίσκεψη σε οίκους ανοχής (ή σε πληρωμένο σεξ γενικότερα), έτσι ώστε το άτομο να <τεστάρει> την επίδοσή του, αν δηλαδή μπορεί να λειτουργήσει. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκτός από το οικονομικό κόστος που μπορεί να υπάρχει, συνήθως οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα αγχογόνες έτσι κι αλλιώς (πίεση χρόνου, καμιά συναισθηματική επαφή με τη σύντροφο, κτλ), συνεπώς είναι πολύ λογικό το άτομο να μην μπορέσει να λειτουργήσει. Επίσης, το άτομο δεν λαμβάνει υπόψη του ότι το σεξ σχετίζεται με πολλούς άλλους παράγοντες, όπως η επικοινωνία του ζευγαριού, η εμπιστοσύνη, η οικειότητα, το αίσθημα ασφάλειας, η σεξουαλική εκφραστική ελευθερία κτλ. Μαθαίνει λοιπόν να βλέπει το σεξ ως μια εξέταση της επίδοσής του, μια απειλή, και είναι απόλυτα φυσικό να μην υπάρχει τίποτα διεγερτικό και απολαυστικό σε αυτό.
Συχνά τα άτομα που αντιμετωπίζουν μια σεξουαλική δυσλειτουργία παρουσιάζουν μια, θα λέγαμε, υπεραπασχόληση με αυτό το κομμάτι. Δυσκολεύονται να μην το σκέφτονται, ακόμα και σε άσχετες δραστηριότητες που κάνουν (π.χ. εργασία, χόμπι, κτλ), κάτι που αυξάνει περαιτέρω το άγχος τους. Επίσης, κάποιες φορές δεν αποκαλύπτουν σε κανένα το <μυστικό τους>, κάτι που δεν βοηθά, καθώς το μοίρασμα των προβλημάτων με κοντινά άτομα με τα οποία υπάρχουν σχέσεις φιλίας και εμπιστοσύνης είναι συνήθως ανακουφιστικό (μερικές φορές π.χ. προτιμούν να μιλήσουν ανώνυμα σε διαδικτυακά forum). Επίσης, συχνά λόγω τους άγχους που έχουν, μειώνουν τα προκαταρκτικά σε μια σεξουαλική πράξη, καθώς για αυτούς δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα πια, θέλουν απλά να δουν εφόσον θα τα <καταφέρουν> ή όχι, ξεχνώντας ότι τα προκαταρκτικά βοηθούν στη σεξουαλική πράξη, εφόσον βέβαια εμπλακούν σε αυτά και συναισθηματικά (όχι δηλαδή μόνο ως απλή διεκπεραίωση). Τέλος, ένας επικίνδυνος τρόπος αντιμετώπισης είναι η λήψη φαρμάκων χωρίς συνταγή ιατρού, συνήθως από αμφίβολης ποιότητας διαδικτυακούς χώρους και όχι μόνο. Είναι πολύ σημαντικό το ότι η κατανάλωση ουσιών και χαπιών χωρίς ιατρική συνταγή πρέπει με κάθε τρόπο να αποφεύγεται.
Σάκης Καφφεσάκης