Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διαχείριση διαζυγίου

Το διαζύγιο είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία, η οποία συχνά δεν αντιμετωπίζεται σωστά. Ένα διαζύγιο συχνά επιφέρει θλίψη, μοναξιά, απογοήτευση και θυμό όχι μονάχα στον σύντροφο που δεν επιλέγει να χωρίσει, αλλά και σε αυτόν που το επιλέγει. Το διαζύγιο είναι μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία, οπότε σε αυτό το άρθρο θα αναφερθούμε μονάχα σε ένα μέρος των προβλημάτων.

Καταρχήν, παλαιότερα υπήρχε η αντίληψη για το ότι τα παιδιά των διαζευγμένων γονέων πάντα θα αντιμετώπιζαν προβλήματα στη ζωή τους. Αν και το διαζύγιο είναι μια ψυχοφθόρα διαδικασία, η παραπάνω αντίληψη δεν ισχύει. Αυτό που συνήθως ευθύνεται είναι οι συγκρούσεις και ο τρόπος χειρισμού ενός διαζυγίου, παρά το διαζύγιο καθεαυτό. Επίσης, μια παραμονή σε μια έντονη συγκρουσιακή σχέση με δύσκολη καθημερινότητα είναι πολύ περισσότερο επιβαρυντική για τα παιδιά από ότι ένα <ομαλό> διαζύγιο.

Τα παιδιά καλό θα ήταν να ενημερωθούν για το διαζύγιο λίγο πριν αυτό συμβεί, ανάλογα με το ηλικιακό στάδιο που βρίσκονται. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρχει διαβεβαίωση για το ότι τίποτα δεν αλλάζει ως προς την αγάπη των γονέων για αυτά, καθώς τα παιδιά νιώθουν αβεβαιότητα ή και τρόμο μπροστά στο άγνωστο μέλλον. Επίσης τα παιδιά συχνά νιώθουν ενοχή και νομίζουν ότι αυτά προκάλεσαν το διαζύγιο (ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες), για αυτό χρειάζεται μια διαβεβαίωση για το ότι αυτά δεν φταίνε σε κάτι, και για το ότι το διαζύγιο είναι μια απόφαση που παίρνουν οι ενήλικες γονείς. Οι εξηγήσεις για το διαζύγιο πρέπει να προσαρμόζονται στο ηλικιακό στάδιο του παιδιού, ενώ καλό θα ήταν να αποφεύγονται πολύ ιδιαίτερες πληροφορίες για προσωπικά θέματα, ακόμα κι αν το παιδί είναι πιο μεγάλο (π.χ. εφηβεία). Η συζήτηση στα παιδιά για το διαζύγιο καλό θα ήταν να γίνει και από τους δύο γονείς, χωρίς όμως να υπάρχουν αλληλοκατηγορίες. Θα ήταν χρήσιμο να γίνει αναφορά στο τί θα αλλάξει στην καθημερινότητα των παιδιών, ενώ τα παιδιά θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να κάνουν ερωτήσεις.

Γενικότερα, καλό είναι να αποφασίζεται από κοινού ένα πρόγραμμα ανατροφής, το οποίο θα περιλαμβάνει αναλυτικά το πότε θα βλέπει το παιδί τον κάθε γονέα. Αυτό το πρόγραμμα μπορεί να τροποποιείται ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού, την ηλικία του αλλά και ανάλογα με το τί θα μπορούσε να επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα. Είναι επίσης σημαντικό να μην χρησιμοποιούμε το παιδί ως μέσο μετάδοσης πληροφοριών. Δηλαδή, να μην λέμε στο παιδί να μεταφέρει ένα αίτημα ή μια πληροφορία στον άλλο γονέα επειδή δεν θέλουμε να επιδιώξουμε την επικοινωνία μαζί του. Όπως επίσης δεν είναι θεμιτό το να κριτικάρουμε τον άλλο γονέα ή να μπούμε σε μια ανταγωνιστική διαδικασία με τον άλλο γονέα για το ποιον θα αγαπάει περισσότερο το παιδί. Δεν πρέπει να συνδέουμε με κανέναν τρόπο τα οικονομικά ζητήματα με το χρόνο στον οποίο βλέπει το παιδί τον γονέα (αν θα τον βλέπει και πόσο). Με αυτό εννοούμε ότι πολλές φορές ο ένας γονέας εκβιάζει τον άλλο γονέα ότι θα πρέπει να πληρώσει τις υποχρεώσεις του για να δει το παιδί, ή ο άλλος γονέας να χρησιμοποιεί την οικονομική του άνεση για να εκβιάζει καταστάσεις και να το βλέπει περισσότερο. Επίσης, είναι λογικό το παιδί να έχει σε έναν βαθμό κάποιες φαντασιώσεις επανασύνδεσης των γονιών, οι οποίες όμως δεν πρέπει να τροφοδοτούνται. Δεν χρειάζεται να δίνονται ελπίδες σε ένα παιδί είτε ψεύτικες είτε επειδή ένας γονέας συνεχίζει να έχει ελπίδες επανασύνδεσης. Επιπρόσθετα, καλό θα είναι να υπάρχει ένα κοινό σύστημα ορίων το οποίο θα ακολουθείται και από τους δύο γονείς. Το να είναι πολύ πιο ελαστικός ο γονέας που βλέπει το παιδί λιγότερο για να μην το δυσαρεστεί δεν είναι κάτι που βοηθά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το να είναι παρόντες και οι δύο γονείς στα σημαντικά γεγονότα του παιδιού. Επίσης, εφόσον αυτό είναι εφικτό, οι κοινές έξοδοι των γονέων με το παιδί, αν γίνονται σε καλό κλίμα, μπορεί να έχουν θετική επίδραση. Ίσως βέβαια αυτό να είναι καλύτερο να συμβεί λίγο καιρό μετά το διαζύγιο, ιδιαίτερα όταν οι γονείς δυσκολεύονται να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους κατά τον πρώτο καιρό. Επιπρόσθετα, δεν χρειάζεται να προσπαθούν οι γονείς να ευχαριστούν το παιδί κάνοντας του όλα τα <χατήρια>, εξαιτίας κάποιων ενοχών που ίσως έχουν σχετικά με το διαζύγιο, ούτε να αγοράζουν ακριβά δώρα για να αναπληρώσουν το χρόνο τον οποίο δεν μπορούν να του αφιερώσουν. Τα παιδιά χρειάζονται ποιοτικό χρόνο, χρόνο με παιχνίδι και με τους δύο γονείς, και συναισθηματική εγγύτητα και στήριξη. Ο γονέας που δεν μένει πια μαζί με το παιδί δεν πρέπει να αποκτά μόνο ένα ρόλο <μεταφορέα> του παιδιού (π.χ. να το πηγαίνει σε ξαδέρφια ή γιαγιάδες), αλλά πρέπει να δημιουργήσει μια συναισθηματική σχέση με το παιδί, η οποία χρειάζεται ποιοτικό χρόνο, έστω και λίγο, για να δημιουργηθεί. Σε σχέση με την ενοχή, συχνά ο γονέας που δεν μένει με το παιδί, ιδιαίτερα αν είχε αποφασίσει ο ίδιος το χωρισμό, νιώθει αρκετά ένοχος. Πολλές φορές το παιδί ίσως εκφράζει ένα θυμό, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να συναντήσει το γονέα, ο οποίος μετά από μερικές ανεπιτυχείς προσπάθειες σταματάει να προσπαθεί καθώς νιώθει ενοχές και αμηχανία. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι ο γονέας δεν πρέπει να σταματάει την προσπάθεια, καθώς τα παιδιά, όπως είναι λογικό, δεν έχουν πάντα την συναισθηματική ωριμότητα που χρειάζεται για να διαχειριστούν μια τέτοια κατάσταση και πιθανώς χρειάζονται χρόνο. Αν όμως ο γονέας σταματήσει να προσπαθεί, τότε ίσως δημιουργηθεί ένα συναισθηματικό χάσμα, το οποίο είναι πιο δύσκολο να καλυφθεί αργότερα. Είναι κρίμα να χάνονται έτσι οι σχέσεις γονέα-παιδιού σε βάθος χρόνου, γι αυτό χρειάζεται αρκετή επιμονή, παρά τα δύσκολα συναισθήματα που ίσως αυτή η επιμονή μπορεί να φέρει. Η αποφυγή αυτών των δύσκολων συναισθημάτων μέσω της εγκατάλειψης της προσπάθειας δεν είναι κάτι το θετικό. Επιπλέον, και ως προς την σχέση του παιδιού με συγγενικά πρόσωπα, καλό θα είναι να μπαίνουν όρια και να αποφεύγονται οι κριτικές του άλλου γονέα από διάφορα κοντινά στον ένα γονέα συγγενικά πρόσωπα που ίσως περνούν χρόνο με το παιδί (παππούδες, θείοι, κτλ). Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε, ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες ο ένας γονέας έχει ιδιαίτερα αρνητική στάση, η ύπαρξη σταθερότητας έστω από τον ένα γονέα είναι κάτι που βοηθά αρκετά το παιδί, συνεπώς, ο γονέας που μπορεί να είναι σταθερός και να κρατά θετικότερη στάση δεν πρέπει να παρασύρεται από οποιεσδήποτε προκλήσεις μπορεί να υπάρχουν.

Σε σχέση με τις νέες ερωτικές σχέσεις των γονέων με άλλα άτομα, είναι καταρχήν σημαντικό να υπάρξει αποδοχή από τους γονείς του γεγονότος ότι αυτό είναι κάτι που είναι πιθανό να συμβεί. Δεν χρειάζεται να ψάχνει κάποιος γονέας αφορμές για συγκρούσεις επειδή νιώθει θυμό για αυτό το γεγονός, χρησιμοποιώντας ως αφορμές μικρής σημασίας ζητήματα που αφορούν το παιδί. Επίσης, δεν ενδείκνυται το να χρησιμοποιούμε το παιδί για να αλιεύσουμε πληροφορίες τις οποίες θέλουμε να μάθουμε. Σχετικά με τη γνωριμία των παιδιών με νέους συντρόφους των γονέων, καλό θα είναι ο γονέας να είναι βέβαιος πια ότι με ένα νέο σύντροφο νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί την οικογένεια που ήδη έχει, και τότε να  εμπλέκει και τα παιδιά σε αυτό. Ο θετός γονέας, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο καιρό, ίσως είναι περισσότερο βοηθητικό να παίρνει το ρόλο του φίλου ή του συμβούλου, αποφεύγοντας να είναι αυτός που επιβάλλει την πειθαρχία, ενώ καλό θα ήταν οι αποφάσεις που σχετίζονται για την ανατροφή του παιδιού να παίρνονται από τους βιολογικούς γονείς του παιδιού. Εν τέλει, θέλουμε να τονίσουμε το εξής πολύ απλό πράγμα, ότι δεν είναι κάτι κακό το να αγαπούν το παιδί περισσότερα άτομα, εννοώντας με αυτό ότι εφόσον υπάρχει καλή σχέση μεταξύ των γονέων αλλά και όλων των υπόλοιπων εμπλεκόμενων (πατριών ή μητριών), το να έχει το παιδί περισσότερους ανθρώπους να το αγαπούν και να το στηρίζουν δεν είναι κάτι κακό, αλλά μπορεί να έχει αρκετά οφέλη.

Σάκης Καφφεσάκης