Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καθυστερημένη εκσπερμάτιση

  

Η δυσλειτουργία της καθυστερημένης εκσπερμάτισης είναι μια όχι τόσο συχνά εμφανιζόμενη δυσλειτουργία, ενώ αφορά κυρίως είτε την μεγάλη καθυστέρηση στην εκσπερμάτιση είτε την αδυναμία επίτευξης εκσπερμάτισης. Η δυσλειτουργία αυτή μπορεί να διαταράξει τη σχέση του ζευγαριού, ενώ δημιουργεί ακόμα περισσότερο άγχος και έντονα αρνητικά συναισθήματα ή συγκρούσεις όταν το ζευγάρι έχει αποφασίσει να προσπαθήσει να κάνει παιδί.

Σύμφωνα με το DSM (Diagnostic and statistic manual), τα κριτήρια για την καθυστερημένη εκσπερμάτιση είναι η αξιοσημείωτη δυσκολία εκσπερμάτισης και η σπανιότητα ή απουσία αυτής, χωρίς το άτομο να επιδιώκει την καθυστέρηση. Επίσης, τα συμπτώματα θα πρέπει να υπάρχουν για τουλάχιστον 6 μήνες, και να εμφανίζονται σε πάνω από 75% των προσπαθειών για σεξουαλική δραστηριότητα. Στην καθυστερημένη εκσπερμάτιση το άτομο αναφέρει δυσκολία ή ανικανότητα στην εκσπερμάτιση παρά την παρουσία επαρκούς σεξουαλικού ερεθίσματος και παρά την επιθυμία του να εκσπερματίσει. Συνήθως αναφέρονται παρατεταμένες προσπάθειες έντονης διείσδυσης που οδηγούν σε εξάντληση, ενώ στη συνέχεια διακόπτεται η προσπάθεια. Πολλοί άνδρες αποφεύγουν την εμπλοκή σε σεξουαλική δραστηριότητα λόγω της καθυστερημένης εκσπερμάτισης. Επίσης, πολλές ερωτικές σύντροφοι νιώθουν λιγότερο ελκυστικές σεξουαλικά λόγω της δυσκολίας εκσπερμάτισης του συντρόφου τους. Παρόλα αυτά, θεωρείται δύσκολο να οριστεί ένας αποδεκτός χρόνος μέσα στον οποίο θα θεωρείται αποδεκτή η εκσπερμάτιση. Σημειώνεται πάντως ότι η διαταραχή δεν είναι τόσο συχνή, καθώς μόνο το 1% των ανδρών εμφανίζει δυσκολία στην εκσπερμάτιση για παραπάνω από 6 μήνες. Η καθυστερημένη εκσπερμάτιση συνήθως εμφανίζεται στην ηλικία των 50 ετών, από την οποία και έπειτα φαίνεται να υπάρχει σημαντική αύξηση. Οι άνδρες άνω των 80 ετών αναφέρουν διπλάσια δυσκολία στην εκσπερμάτιση σε σχέση με τους άνδρες κάτω των 59 ετών. Η καθυστερημένη εκσπερμάτιση μπορεί να δυσχεράνει την σύλληψη, ενώ σχετίζεται με δυσφορία στον έναν ή και στους δύο συντρόφους. Η απουσία εκσπερμάτισης συνήθως σημαίνει και απουσία οργασμού. Αν και συνήθως στους άνδρες ο οργασμός θεωρείται ταυτόσημος με την εκσπερμάτιση, σημειώνεται ότι αυτό δεν είναι απόλυτο, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις όπου επιτυγχάνεται εκσπερμάτιση αλλά όχι οργασμός (ανηδονική εκσπερμάτιση).

Η δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται είτε σε βιολογικού/ιατρικού χαρακτήρα αίτια, είτε σε ψυχολογικά αίτια. Ως προς την πρώτη κατηγορία, μπορεί να υπάρχουν τραυματισμοί κάποιων νεύρων, μολύνσεις (π.χ. του προστάτη), ενώ η λήψη φαρμάκων, όπως αντικαταθλιπτικά, μπορεί να επηρεάσει αρκετά. Στα ψυχολογικά αίτια, το άγχος, η κατάθλιψη και άλλες διαταραχές μπορεί να παίζουν κάποιο ρόλο. Επίσης, η κακή εικόνα για το σώμα του ατόμου (να νιώθει δηλαδή ότι είναι άσχημος), διάφορα προβλήματα που αφορούν την επικοινωνία του ζευγαριού, είναι πιθανό να εμπλέκονται. Ενδεχομένως να υπάρχουν κάποιες θρησκευτικές αντιλήψεις ή άλλες πολιτισμικού χαρακτήρα εσωτερικές συγκρούσεις του ατόμου που θα πρέπει να διερευνηθούν.

Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να επηρεάζει την κατάσταση είναι ο αυνανισμός. Θα ήταν χρήσιμο να μειωθεί ο αυνανισμός και (κατά το εφικτό και προφανώς εφόσον επιθυμεί και η σύντροφος) η σεξουαλική δραστηριότητα του άνδρα να γίνεται με τη σύντροφό του. Οι περισσότερες ορμές που θα έχει μπορεί να βοηθήσουν στην εκσπερμάτιση. Επίσης, καλό θα ήταν να εξεταστούν οι αυνανιστικές τεχνικές, καθώς υπάρχει η πιθανότητα του να έχει συνηθίσει ο άνδρας να εκσπερματώνει με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος δεν είναι εφικτός στην συνουσία με τη σύντροφο. Το παραπάνω μπορεί να αφορά και συγκεκριμένες φαντασιώσεις που ίσως χρησιμοποιούνται για την εκσπερμάτιση κατά τον αυνανισμό. Εννοούμε, δηλαδή, ότι αυτό το οποίο συνήθως διεγείρει τον άνδρα κατά τον αυνανισμό και τον οδηγεί στην εκσπερμάτιση ίσως δεν υπάρχει κατά τη συνουσία με τη σύντροφο. Επίσης, καλό θα ήταν να μην χρησιμοποιείται τόσο η φαντασία ως μέσο διέγερσης κατά τη σεξουαλική πράξη (το να σκέφτεται δηλαδή ο άνδρας κάποιες φαντασιώσεις εκείνη τη στιγμή για να διεγερθεί, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την σύντροφο και την εξελισσόμενη σεξουαλική πράξη), αλλά να επικεντρώνεται στην συμβαίνουσα εκείνη την στιγμή σεξουαλική πράξη, στα διεγερτικά σημεία της, και να είναι περισσότερο παρών. Επιπρόσθετα, χρήσιμη θα ήταν η διερεύνηση του κατά πόσο η λήψη ουσιών, το αλκοόλ, ή το κάπνισμα επηρεάζουν την δυσλειτουργία. Τέλος, τα περισσότερα προκαταρκτικά, με αργό, αισθησιακό, και όχι καταναγκαστικό χαρακτήρα, μπορεί να φανούν χρήσιμα, ενώ ο άνδρας θα μπορούσε να δώσει έμφαση στο να εξερευνήσει μαζί με τη σύντροφο το σώμα του, να ανακαλύψει σημεία ή τρόπους αισθησιακούς αγγίγματος που τον διεγείρουν, σε ένα υγιές πλαίσιο πειραματισμού και ερωτικού/σεξουαλικού παιχνιδιού, με καλή επικοινωνία, χωρίς άγχος, και με έκφραση συναισθημάτων.

Σάκης Καφφεσάκης