Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διαταραχές σεξουαλικής επιθυμίας (άνδρες)

Οι διαταραχές σεξουαλικής επιθυμίας, όπως φαίνεται εύκολα και από την ονομασία, αναφέρονται στις περιπτώσεις στις οποίες το άτομο έχει χαμηλή επιθυμία για σεξ. Η επιθυμία για σεξ προφανώς επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων, όπως η ηλικία, η σχέση με τη σύντροφο, κοινωνικοί/πολιτισμικοί παράγοντες, ιατρικά προβλήματα, αλλά και θέματα καθημερινότητας (επαγγελματική πίεση, άγχος καθημερινότητας, κτλ).

Ως προς τα κριτήρια του DSM (Diagnostic and statistic manual), το κριτήριο για την διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας είναι η επίμονη ή επαναλαμβανόμενη έλλειψη ή απουσία σεξουαλικών σκέψεων ή φαντασιώσεων και επιθυμίας για σεξουαλική δραστηριότητα για έξι μήνες. Θεωρείται ότι για τον υπολογισμό του αν υπάρχει έλλειψη θα πρέπει να συνυπολογιστούν παράγοντες που αφορούν τη σεξουαλική λειτουργία, όπως η ηλικία και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Τονίζεται ότι η διαφορά μεταξύ των επιθυμητών επιπέδων σεξουαλικής λειτουργίας του ατόμου σε σχέση με τα αντίστοιχα επίπεδα της συντρόφου δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στη διάγνωση της δυσλειτουργίας. Δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα ως προς τη διάγνωση στην μεγάλη έλλειψη ή παντελή απουσία σεξουαλικών σκέψεων και φαντασιώσεων. Η διαταραχή μειωμένης επιθυμίας συχνά σχετίζεται με άλλες διαταραχές, όπως με την στυτική δυσλειτουργία, η οποία ίσως οδηγήσει το άτομο στο να χάσει το ενδιαφέρον του για τη σεξουαλική δραστηριότητα. Στις ηλικίες 18-24 η μειωμένη επιθυμία εμφανίζεται σε περίπου 6%, ενώ στις ηλικίες 66-74 στο 41%. Μολαταύτα, τα άτομα στα οποία η διαταραχή διαρκεί πάνω από 6 μήνες είναι μόλις το 1,8% των ανδρών στις ηλικίες 16-44. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας που αφορά τους άνδρες υπάρχει ως ξεχωριστή υποκατηγορία των σεξουαλικών διαταραχών στο DSM, ενώ αντίστοιχα για τις γυναίκες υπάρχει η διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος/ διέγερσης. Σημειώνεται, πάντως, ότι σε γενικές γραμμές οι άνδρες φαίνεται να έχουν περισσότερο έντονη και συχνή σεξουαλική επιθυμία σε σχέση με τις γυναίκες.

Οι διαταραχές σεξουαλικής επιθυμίας στον άνδρα είναι η διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας και η διαταραχή σεξουαλικής αποστροφής. Η βασική διαφορά των δύο διαταραχών είναι ότι στη διαταραχή σεξουαλικής αποστροφής μπορεί να υπάρχει φόβος, άγχος, και αποφυγή της σεξουαλικής δραστηριότητας. Η διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας ίσως εκφράζει μια στρέβλωση της ρύθμισης της σεξουαλικής ώθησης. Αυτή η στρέβλωση μπορεί να πηγάζει από την καταπίεση των σεξουαλικών αισθημάτων μέσω της επικέντρωσης στα αρνητικά σημεία της συντρόφου και της παράλληλης αγνόησης των θετικών σημείων. Ως προς την διαταραχή σεξουαλικής αποστροφής τονίζεται η στενότατη σχέση ανάμεσα στο φόβο και τη σεξουαλική επαφή με τη σύντροφο.

Ένα συχνό ερώτημα είναι το κατά πόσον η μονογαμία μπορεί να ευθύνεται για τη μείωση της επιθυμίας. Από τη μια θεωρείται ότι υπάρχει μια ισχυρή ώθηση στα άτομα προς τη δημιουργία μακροχρόνιων σχέσεων, οι οποίες έχουν αρκετά ευεργετική επίδραση σε πολλά σημεία. Από την άλλη, μια μικρή μείωση του πάθους θεωρείται μεν φυσιολογική, όμως η πλήρης απώλεια της σεξουαλικής επιθυμίας ακόμα και σε μια μακροχρόνια σχέση θα πρέπει να χαρακτηριστεί παθολογική.

Στη μειωμένη επιθυμία του άνδρα μπορεί να συμβάλλουν και οργανικοί/βιολογικοί παράγοντες, όπως χαμηλή τεστοστερόνη, καρδιοαγγειακές παθήσεις κ.α., ενώ μπορεί να υπάρχει καθοριστική επίδραση ορισμένων ουσιών ή φαρμάκων, όπως π.χ. τα αντικαταθλιπτικά. Το αλκοόλ και το κάπνισμα επίσης μπορεί να συμβάλλουν στη μειωμένη επιθυμία. Περνώντας σε περισσότερο ψυχολογικούς παράγοντες, η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, τα αισθήματα του ατόμου για το γεγονός ότι μεγαλώνει ηλικιακά, μπορεί επίσης να παίξουν κάποιο ρόλο.

Παρόλα αυτά, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η σχέση του ζευγαριού, και σε γενικότερο επίπεδο, και σε αμιγώς σεξουαλικό επίπεδο. Η απουσία της οικειότητας, η παραμονή ενός συντρόφου στη σχέση μόνο λόγω άλλων πιέσεων (π.χ. θα ήθελε να χωρίσει αλλά δεν μπορεί λόγων οικονομικών/κοινωνικών λόγων), η έλλειψη τρυφερότητας, η απουσία καλής επικοινωνίας κτλ είναι πράγματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη ενός υγιούς πλαισίου μέσα στο οποίο μπορεί να αναδυθεί η σεξουαλικότητα του κάθε συντρόφου. Ως προς το σεξουαλικό επίπεδο, μπορεί να υπάρχουν διάφορα άγχη, όπως π.χ. το άγχος επίδοσης, το άγχος για το αν το σώμα του/της συντρόφου θεωρείται πια ελκυστικό, ενοχές για τη σεξουαλική πράξη ή για συγκεκριμένες φαντασιώσεις κάποιου συντρόφου κτλ. Όλα αυτά δυσκολεύουν την έκφραση της σεξουαλικότητας και την αναζήτηση της ηδονής στο σεξ με τον/τη σύντροφο. Προτιμούν, δηλαδή, να μη <ρισκάρουν> το ενδεχόμενο μιας <αποτυχημένης επαφής> και μένουν στη <ασφάλεια> του να μην αναζητήσουν σεξουαλική επαφή. Συνήθως, όμως, με αυτόν τον τρόπο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στους συντρόφους, ενώ η επικοινωνία γίνεται ακόμα πιο δύσκολη. Αποφεύγοντας ολοένα και περισσότερο μια (πιθανώς οφειλόμενη στην κακή επικοινωνία) δύσκολη και αμήχανη κατάσταση που μπορεί να προκύψει στο σεξ, οι σύντροφοι οδηγούνται στη σταδιακή απομάκρυνση του ενός από τον άλλο. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι, ακόμα κι αν προκύψει μια τέτοια κατάσταση, μια σωστή και δημιουργική επίλυση, μπορεί μεν να έχει κάποιες άβολες στιγμές, μολαταύτα δύναται να βελτιώσει την κατάσταση και να λύσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιφανειακά φαίνονται.

Τέλος, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες, είτε υπάρχει είτε όχι μειωμένη επιθυμία στον ένα σύντροφο, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία για σεξ ανάμεσα στους δύο συντρόφους. Μια μεγάλη διαφορά δηλαδή στη συχνότητα στην οποία ο κάθε σύντροφος επιθυμεί να κάνει σεξ. Δυστυχώς, αυτή η κατάσταση μπορεί να χειροτερέψει την σχέση του ζευγαριού, να προκαλέσει εντάσεις, τσακωμούς, στιγμές αμηχανίας, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν πολλά άλλα ιδιαίτερα προβλήματα στο ζευγάρι. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται προσεκτική διερεύνηση των αντιλήψεων για το σεξ στον κάθε σύντροφο, ενώ μπορεί καθοριστικά να βοηθήσει η βελτίωση της επικοινωνίας του ζευγαριού, ιδιαίτερα σχετικά με το πώς επικοινωνείται η διάθεση για σεξ, ενώ η εκπαίδευση πάνω στα ζητήματα σεξουαλικότητας μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα, καθώς τα άτομα συχνά βγάζουν λανθασμένα συμπεράσματα για την κατάσταση ή έχουν υιοθετήσει σε επίπεδο αντιλήψεων διάφορους <μύθους> για το σεξ>.

Σάκης Καφφεσάκης